συνάρτηση
Greek
Noun
συνάρτηση (synártisi) f, plural συναρτήσεις
Declension
declension of συνάρτηση
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | συνάρτηση | συναρτήσεις |
| genitive (γενική) | συνάρτησης / συναρτήσεως | συναρτήσεων |
| accusative (αιτιατική) | συνάρτηση | συναρτήσεις |
| vocative (κλητική) | συνάρτηση | συναρτήσεις |