συνείδηση
Greek
Noun
συνείδηση (syneídisi) f, plural συνειδήσεις
Declension
declension of συνείδηση
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | συνείδηση | συνειδήσεις |
| genitive (γενική) | συνείδησης / συνειδήσεως | συνειδήσεων |
| accusative (αιτιατική) | συνείδηση | συνειδήσεις |
| vocative (κλητική) | συνείδηση | συνειδήσεις |