ταυτολογία
See also ταὐτολογία
Greek
Etymology
From Ancient Greek ταὐτολογία
Noun
ταυτολογία (taftología) f
Declension
declension of ταυτολογία
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | ταυτολογία | ταυτολογίες |
| genitive (γενική) | ταυτολογίας | ταυτολογιών |
| accusative (αιτιατική) | ταυτολογία | ταυτολογίες |
| vocative (κλητική) | ταυτολογία | ταυτολογίες |