τηλεπάθεια
Greek
Noun
τηλεπάθεια (tilepátheia) f, uncountable
Declension
declension of τηλεπάθεια
| singular (ενικός) | |
|---|---|
| nominative (ονομαστική) | τηλεπάθεια |
| genitive (γενική) | τηλεπάθειας |
| accusative (αιτιατική) | τηλεπάθεια |
| vocative (κλητική) | τηλεπάθεια |