Last modified on 1 December 2014, at 06:46

υπάρχω

GreekEdit

EtymologyEdit

From Ancient Greek ὑπάρχω (hupárkhō, to begin, to exist)

VerbEdit

υπάρχω (ypárcho); simple past: υπήρξα (ypírxa)

  1. exist, be, live
    Σκέφτομαι, άρα υπάρχω. (I think, therefore I am.)
    Έντονη ανησυχία υπάρχει για το μέλλον. (There is great concern for the future.)
    Ο θείος μου υπήρξε πρόεδρος του σωματείου. (My uncle was association president.)
    Μήπως υπάρχει βιβλιοπωλείο εδώ κοντά; (Is there a bookshop near here?)

ConjugationEdit

Related termsEdit

See alsoEdit

compare with: