Open main menu

αδιάβροχος

GreekEdit

AdjectiveEdit

αδιάβροχος (adiávrochosm (feminine αδιάβροχη, neuter αδιάβροχο)

  1. waterproof
    αδιάβροχο μπουφάν (waterproof jacket)
    αδιάβροχο ρολόι (waterproof watch)

DeclensionEdit

Related termsEdit

See alsoEdit