Last modified on 3 January 2013, at 08:27

ακατανόητος

GreekEdit

AdjectiveEdit

ακατανόητος (akatanóitosm,  feminine: ακατανόητη (akatanóiti), neuter: ακατανόητο (akatanóito)

  1. incomprehensible, inconceivable

DeclensionEdit