ανισογώνιος

GreekEdit

EtymologyEdit

ανισο- (aniso-, unequal) +‎ γωνία (gonía, angle)

AdjectiveEdit

ανισογώνιος (anisogóniosm (feminine ανισογώνια, neuter ανισογώνιο)

  1. (geometry) having unequal angles
    Coordinate term: ανισόπλευρος (anisóplevros) (sides)

DeclensionEdit