δραστηριότητες

GreekEdit

NounEdit

δραστηριότητες ‎(drastiriótitesf

  1. Nominative plural form of δραστηριότητα ‎(drastiriótita).
  2. Accusative plural form of δραστηριότητα ‎(drastiriótita).
  3. Vocative plural form of δραστηριότητα ‎(drastiriótita).
Read in another language