στοιχεία

GreekEdit

NounEdit

στοιχεία ‎(stoicheían

  1. Nominative plural form of στοιχείο ‎(stoicheío).
  2. Accusative plural form of στοιχείο ‎(stoicheío).
  3. Vocative plural form of στοιχείο ‎(stoicheío).
Read in another language