στοιχεία

GreekEdit

NounEdit

στοιχεία (stoicheían

  1. Nominative plural form of  στοιχείο (stoicheío).
  2. Accusative plural form of  στοιχείο (stoicheío).
  3. Vocative plural form of  στοιχείο (stoicheío).
Last modified on 28 September 2013, at 16:01