υπερβολικό

GreekEdit

AdjectiveEdit

υπερβολικό (ypervolikó)

  1. Accusative singular masculine form of υπερβολικός (ypervolikós).
  2. Nominative singular neuter form of υπερβολικός (ypervolikós).
  3. Accusative singular neuter form of υπερβολικός (ypervolikós).
  4. Vocative singular neuter form of υπερβολικός (ypervolikós).