όροφος

GreekEdit

NounEdit

όροφος (órofosm (plural όροφοι)

  1. floor, storey, tier
    Σήμερα στέκομαι στο πιο ψηλό μπαλκόνι της γειτονιάς· είναι ο δέκατος όροφος, εκπληκτική θέα.
    Símera stékomai sto pio psiló balkóni tis geitoniás; eínai o dékatos órofos, ekpliktikí théa.
    Today I'm standing on the highest balcony in the neighbourhood; it's on the tenth floor, amazing view.

DeclensionEdit

Derived termsEdit

Related termsEdit