This "work in progress" is an arbitrary list of Greek verbs together with their chief inflected forms.

 Users are warned — these tables will contain errors

  • Sometimes forms will be listed together, eg under "" forms may be found "-άω" and "-'ιζω" forms.
  • Passive translations, when they differ from the active, may be shown thus: startpass
  †   Indicates an absent (or rare) simple past form, the imperfect form may be shown instead.
  ‡   Indicates an idiomatic, colloquial or dialect form.
  §   Terms which might be described at 'Older', learned, archaic or Katharevousa.
 ()   Terms in brackets are less common or of disputed existence.
Active
present
English Active
simple past
Passive
present
Passive
simple past
Passive
perfect participle
εποικίζω (el)
εποικοδομώ (el)
εποικώ (el)
έπομαι (el)
επονομάζω (el)
εποπτεύω (el)
επουλώνω (el)
εποφθαλμιώ (el)
εποφθαλμιώμαι (el)
εποχούμαι (el)
επωάζω (el) επωάζομαι
επωμίζομαι (el)
επωφελούμαι (el)
ερανίζομαι (el)
εργάζομαι (el)
εργοδοτώ (el)
εργώ (el)
ερεθίζω (el) ερεθίζομαι
ερείδομαι (el)
ερειπώνω (el) ερειπώνομαι
ερευνώ (el), ερευνάω ερεύγομαι
ερευνώμαι (el)
ερημοδικώ (el)
ερημώνω (el) ερημώνομαι
ερίζω (el)
ερματίζω (el)
ερμηνεύω (el)
ἑρμηνεύω (el)
έρπω (el)
ερρέτω (el)
ερρινίζω (el)
ερυθριάζω (el)
ερυθριώ (el)
έρχομαι (el)
ερώμαι (el)
ερωτεύομαι (el)
ερωτοτροπώ (el)
ερωτώ (el)
εσθίω (el)
εσοδεύω (el)
εσοδιάζω (el)
εστιάζω (el)
έστω (el)
εσωκλείνω (el)
εσωκλείω (el) enclose εσώκλεισα εσωκλείομαι εσωκλείστηκα
εσωτερικεύω (el)
ετάζω (el)
ετεροχρονίζω (el)
ετοιμάζω (el) prepare ετοίμασα ετοιμάζομαι
ετυμολογώ (el)
ευαγγελίζομαι (el)
ευαισθητοποιώ (el) ευαισθητοποιούμαι
ευαρεστώ (el) ευαρεστούμαι
ευγνωμονώ (el)
ευδαιμονίζω (el)
ευδαιμονώ (el)
ευδιάζω (el)
ευδοκιμώ (el)
ευδοκώ (el)
ευελπιστώ (el)
ευεργετώ (el)
ευημερώ (el)
ευθετίζω (el)
ευθετώ (el)
ευθυγραμμίζω (el)
ευθυμογραφώ (el)
ευθυμολογώ (el)
ευθυμώ (el)
ευθύνομαι (el)
ευκαιρώ (el)
ευκολύνω (el)
ευλαβούμαι (el)
ευλογώ (el), ευλογάω,    βλογώ → ευλογούμαι
ευνομούμαι (el)
ευνουχίζω (el)
ευνοώ (el)
ευοδούμαι (el)
ευοδώνομαι (el)
ευπορώ (el)
ευπραγώ (el)
ευπρεπίζω (el)
ευρίσκω (el) ευρίσκομαι
ευρύνω (el)
ευρωτιώ (el)
ευσπλαγχνίζομαι (el)
ευσπλαχνίζομαι (el)
ευσταθώ (el)
ευστοχώ (el)
ευτελίζω (el)
ευτρεπίζω (el)
ευτυχίζω (el)
ευτυχώ (el)
ευφραίνω (el) ευφραίνομαι
ευφυολογώ (el)
ευχαριστιέμαι (el)
ευχαριστώ (el) thank ευχαρίστησα ευχαριστιέμαι, ευχαριστούμαι
εύχομαι (el) ευχήθηκα
ευχρηστώ (el) be common
ευωδιάζω (el)
ευωδώ (el)
ευωχούμαι (el)
εφάπτομαι (el)
εφαρμόζω (el) apply εφάρμοσα εφαρμόζομαι
εφελκύω (el)
εφέλκω (el)
εφεσιβάλλω (el)
εφευρίσκω (el) invent εφεύρα, εφηύρα εφευρίσκομαι
εφημερεύω (el)
εφησυχάζω (el)
εφιδρώνω (el)
εφιστώ (el)
εφοδιάζω (el) εφοδιάζομαι
εφοπλίζω (el)
εφορεύω (el)
εφορμώ (el)
εφυαλώνω (el)
εχθρεύομαι (el)
εχτρεύομαι (el)
έχω (el)



SourcesEdit