αγρόκτημα
Greek
Pronunciation
- IPA: /aˈɣɾoktima/
Noun
αγρόκτημα (agróktima) n, plural αγροκτήματα
Declension
declension of αγρόκτημα
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | αγρόκτημα | αγροκτήματα |
| genitive (γενική) | αγροκτήματος | αγροκτημάτων |
| accusative (αιτιατική) | αγρόκτημα | αγροκτήματα |
| vocative (κλητική) | αγρόκτημα | αγροκτήματα |
Related terms
- see: αγρός m (agrós, “field”)