αξιοκατάκριτος

Greek edit

Adjective edit

αξιοκατάκριτος (axiokatákritosm (feminine αξιοκατάκριτη, neuter αξιοκατάκριτο)

  1. reprehensible, blameworthy
    Synonyms: αξιόμεμπτος (axiómemptos), κατακριτέος (katakritéos), αξιοκατηγόρητος (axiokatigóritos)
  2. (law) culpable

Declension edit