Last modified on 24 August 2014, at 01:40

πιο

GreekEdit

EtymologyEdit

From Byzantine Greek πλιό, from πλίο, from πλέο, from Ancient Greek πλέον (pléon)

PronunciationEdit

AdverbEdit

πιο (pio)

  1. more

Usage notesEdit

  • Used to make comparative forms:
    with adjectives:
    το μέλι είναι πιο γλυκό
    honey is sweeter
    with adverbs:
    Ο Ιωάννης τρέχει πιο γρήγορα
    Ianis runs faster
  • Used to make relative superlative forms:
    with adjectives:
    Η Ελένη της Τροίας ήταν η πιο όμορφη γυναίκα.
    Helen of Troy was the most beautiful woman.
    Ο Χάρι είναι ο πιο έξυπνος ο μαθητής.
    Harry is the cleverest pupil.

HomonymsEdit