Last modified on 5 March 2015, at 11:26

γαμήσι

GreekEdit

NounEdit

γαμήσι (gamísin (plural γαμήσια)

  1. (vulgar) fuck (act of sexual intercourse)
    Ήταν το καλύτερο γαμήσι που είχα ποτέ.
    It was the best fuck I ever had.

DeclensionEdit