Last modified on 18 May 2014, at 17:12

δεκατρείς

GreekEdit

NumeralEdit

δεκατρείς (dekatreís) m, f

  1. (cardinal) thirteen.

DeclensionEdit

Gender masc. fem. neut.
Nominative δεκατρείς δεκατρείς δεκατρία
Genitive δεκατριών δεκατριών δεκατριών
Accusative δεκατρείς δεκατρείς δεκατρία

Related termsEdit

See alsoEdit