Last modified on 29 March 2014, at 21:08

διάθεση

GreekEdit

NounEdit

διάθεση (diáthesif (plural διαθέσεις)

  1. disposal, (available for use)
    Οι παίκτες της ομάδας επέστρεψαν από τις διακοπές τους και τέθηκαν στην διάθεση του προπονητή.
    The squad has returned from their holidays and are available to the coach.
  2. mood, disposition
    Σήμερα έχασα το ρολόι μου και δεν έχω διάθεση να διασκεδάσω.
    I lost my watch today and I am in no mood to enjoy myself.
  3. spirit
    αγωνιστική διάθεση (fighting spirit)

DeclensionEdit