δραστηριότητες

GreekEdit

NounEdit

δραστηριότητες (drastiriótitesf

  1. Nominative plural form of  δραστηριότητα (drastiriótita).
  2. Accusative plural form of  δραστηριότητα (drastiriótita).
  3. Vocative plural form of  δραστηριότητα (drastiriótita).
Last modified on 16 August 2012, at 22:14