Last modified on 16 August 2012, at 22:14

δραστηριότητες

GreekEdit

NounEdit

δραστηριότητες (drastiriótitesf

  1. Nominative plural form of  δραστηριότητα (drastiriótita).
  2. Accusative plural form of  δραστηριότητα (drastiriótita).
  3. Vocative plural form of  δραστηριότητα (drastiriótita).