Last modified on 16 August 2012, at 22:15

δυαδικό

GreekEdit

AdjectiveEdit

δυαδικό (dyadikó)

  1. Accusative masculine singular form of  δυαδικός (dyadikós).
  2. Nominative neuter singular form of  δυαδικός (dyadikós).
  3. Accusative neuter singular form of  δυαδικός (dyadikós).
  4. Vocative neuter singular form of  δυαδικός (dyadikós).