εισροή
Greek
Noun
εισροή (eisroí) f
Inflection
declension of εισροή
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | εισροή | εισροές |
| genitive (γενική) | εισροής | εισροών |
| accusative (αιτιατική) | εισροή | εισροές |
| vocative (κλητική) | εισροή | εισροές |
Related terms
- εισρέω