θηριωδία
Greek
Noun
θηριωδία (thiriodía) f, plural θηριωδίες
Declension
declension of θηριωδία
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | θηριωδία | θηριωδίες |
| genitive (γενική) | θηριωδίας | θηριωδιών |
| accusative (αιτιατική) | θηριωδία | θηριωδίες |
| vocative (κλητική) | θηριωδία | θηριωδίες |