ιστότοπος
Greek
Noun
ιστότοπος (istótopos) m, plural ιστότοποι
Declension
declension of ιστότοπος
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | ιστότοπος | ιστότοποι |
| genitive (γενική) | ιστότοπου | ιστότοπων |
| accusative (αιτιατική) | ιστότοπο | ιστότοπους |
| vocative (κλητική) | ιστότοπε | ιστότοποι |