Last modified on 4 August 2014, at 07:00

καλλιτεχνικός

GreekEdit

AdjectiveEdit

καλλιτεχνικός (kallitechnikósm,  feminine: καλλιτεχνική (kallitechnikí), neuter: καλλιτεχνικό (kallitechnikó)

  1. artistic
    καλλιτεχνικός διεθυντής (artistic director)

DeclensionEdit