Last modified on 1 January 2015, at 11:24

καλλιτεχνικός

GreekEdit

AdjectiveEdit

καλλιτεχνικός (kallitechnikósm,  feminine: καλλιτεχνική (kallitechnikí), neuter: καλλιτεχνικό (kallitechnikó)

  1. artistic
    καλλιτεχνικός διεθυντήςkallitechnikós diethyntís ― artistic director

DeclensionEdit