Last modified on 29 March 2014, at 22:23

κράτηση

GreekEdit

NounEdit

κράτηση (krátisif (plural κρατήσεις)

  1. booking (reservation)
    εάν χρειαστεί να τροποποιήσετε μία κράτηση...
    if you need to change a booking ...
  2. confinement, custody, imprisonment

DeclensionEdit

See alsoEdit