πένθος

GreekEdit

EtymologyEdit

From Ancient Greek πένθος (penthos).

NounEdit

πένθος (pénthosn (plural πένθη)

  1. mourning, grief, bereavement
    Το πένθος είναι μία μακροχρόνια και συναισθηματικά επώδυνη διαδικασία.
    Grief is a long and emotionally painful process.

DeclensionEdit

Last modified on 29 March 2014, at 23:22