παραβίαση
Greek
Noun
παραβίαση (paravíasi) f, plural παραβιάσεις
Declension
declension of παραβίαση
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | παραβίαση | παραβιάσεις |
| genitive (γενική) | παραβίασης / παραβιάσεως | παραβιάσεων |
| accusative (αιτιατική) | παραβίαση | παραβιάσεις |
| vocative (κλητική) | παραβίαση | παραβιάσεις |
Related terms
- παραβιάζω (paraviázo, “to violate”)