προσωπικότητα
Greek
Pronunciation
- IPA: [pɾɔsɔpiˈkɔtita]
Noun
προσωπικότητα (prosopikótita) f, plural προσωπικότητες
- character, personality
- Έχει ισχυρή προσωπικότητα.
- He has a strong personality.
- Έχει ισχυρή προσωπικότητα.
- personality (in show business, sport, etc)
- Ο κόσμος συγκεντρώθηκε να δει τις προσωπικότητες από το Hollywood.
- People gathered to see the personalities from Hollywood
- Ο κόσμος συγκεντρώθηκε να δει τις προσωπικότητες από το Hollywood.
- influential person
Inflection
declension of προσωπικότητα
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | προσωπικότητα | προσωπικότητες |
| genitive (γενική) | προσωπικότητας | προσωπικοτήτων |
| accusative (αιτιατική) | προσωπικότητα | προσωπικότητες |
| vocative (κλητική) | προσωπικότητα | προσωπικότητες |