Last modified on 12 January 2015, at 22:19

σημασία

GreekEdit

NounEdit

σημασία (simasíaf (plural σημασίες)

  1. (lexicography) meaning, sense
    Tο ρήμα “τρέχω” έχει πολλές σημασίες.
    The verb “τρέχω” has many meanings.
  2. significance, importance
    δεν έχει σημασία
    it does not matter (has no importance)

DeclensionEdit