Last modified on 21 June 2014, at 16:39

στράτευμα

GreekEdit

NounEdit

στράτευμα (strátevman (plural στρατεύματα)

  1. army, military forces
    Η κυβέρνηση παραμέλησε το στράτευμα.

DeclensionEdit

SynonymsEdit

Related termsEdit

see: στρατός m (stratós)