στράτευμα

GreekEdit

NounEdit

στράτευμα (strátevman (plural στρατεύματα)

  1. army, military forces
    Η κυβέρνηση παραμέλησε το στράτευμα.

DeclensionEdit

SynonymsEdit

Related termsEdit

see: στρατός m (stratós)
Last modified on 30 March 2014, at 00:33