τετραγωνικός
Greek
Adjective
τετραγωνικός m (teragonikós) feminine τετραγωνική, neuter τετραγωνικό
Declension
positive forms of τετραγωνικός
| number case \ gender |
singular | plural | ||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| masculine | feminine | neuter | masculine | feminine | neuter | |
| nominative | τετραγωνικός | τετραγωνική | τετραγωνικό | τετραγωνικοί | τετραγωνικές | τετραγωνικά |
| genitive | τετραγωνικού | τετραγωνικής | τετραγωνικού | τετραγωνικών | τετραγωνικών | τετραγωνικών |
| accusative | τετραγωνικό | τετραγωνική | τετραγωνικό | τετραγωνικούς | τετραγωνικές | τετραγωνικά |
| vocative | τετραγωνικέ | τετραγωνική | τετραγωνικό | τετραγωνικοί | τετραγωνικές | τετραγωνικά |
| derivations | comparative: πιο + positive forms (eg "πιο τετραγωνικός", etc) relative superlative: ο πιο + positive forms (eg "ο πιο τετραγωνικός", etc) |
|||||
Derived terms
- τετραγωνικό μέτρο n (“square metre”)
- τετραγωνική ρίζα f (“square root”)