χαρακτηριστικό

GreekEdit

AdjectiveEdit

χαρακτηριστικό (charaktiristikó)

  1. Accusative masculine singular form of  χαρακτηριστικός (charaktiristikós).
  2. Nominative neuter singular form of  χαρακτηριστικός (charaktiristikós).
  3. Accusative neuter singular form of  χαρακτηριστικός (charaktiristikós).
  4. Vocative neuter singular form of  χαρακτηριστικός (charaktiristikós).
Last modified on 20 August 2013, at 18:57