Last modified on 20 August 2013, at 18:57

χαρακτηριστικό

GreekEdit

AdjectiveEdit

χαρακτηριστικό (charaktiristikó)

  1. Accusative masculine singular form of χαρακτηριστικός (charaktiristikós).
  2. Nominative neuter singular form of χαρακτηριστικός (charaktiristikós).
  3. Accusative neuter singular form of χαρακτηριστικός (charaktiristikós).
  4. Vocative neuter singular form of χαρακτηριστικός (charaktiristikós).