αγνωστικίστρια

Contents

GreekEdit

NounEdit

αγνωστικίστρια ‎(agnostikístriaf ‎(plural αγνωστικίστριες, masculine αγνωστικιστής or αγνωστικός)

  1. agnostic

DeclensionEdit

Related termsEdit

see: αγνωστικός m(agnostikós, agnostic)