αναντικατάστατος

GreekEdit

AdjectiveEdit

αναντικατάστατος (anantikatástatosm (feminine αναντικατάστατη, neuter αναντικατάστατο)

  1. irreplaceable
    Κανείς δεν είναι αναντικατάστατος.
    Kaneís den eínai anantikatástatos.
    Nobody is irreplaceable.
    Antonym: αντικαταστατός (antikatastatós)
  2. unreplaced

DeclensionEdit

Related termsEdit