αναπαραγωγικό όργανο

GreekEdit

NounEdit

αναπαραγωγικό όργανο (anaparagogikó órganon (plural αναπαραγωγικά όργανα)

  1. (anatomy) reproductive organ, sex organ

DeclensionEdit

see: αναπαραγωγικός (anaparagogikós) and όργανο (órgano)

Coordinate termsEdit

Further readingEdit