αποτέλεσμα

GreekEdit

NounEdit

αποτέλεσμα (apotélesman (plural αποτελέσματα)

  1. result, outcome (sport, election, etc)
    τα αποτελέσματα του τεστta apotelésmata tou testthe test results
  2. effect

DeclensionEdit

Derived termsEdit