αρρυμοτόμητος

Greek

edit

Adjective

edit

αρρυμοτόμητος (arrymotómitosm (feminine αρρυμοτόμητη, neuter αρρυμοτόμητο)

  1. Alternative form of αρυμοτόμητος (arymotómitos)

Declension

edit