ασφαλιστικό ταμείο

GreekEdit

NounEdit

ασφαλιστικό ταμείο (asfalistikó tameíon (plural ασφαλιστικά ταμεία)

  1. A public sector organization providing for health insurance and pensions.

DeclensionEdit

See ασφαλιστικός (adjective) and ταμείο (noun).