Open main menu

Wiktionary β

βάση δεδομένων

Contents

GreekEdit

NounEdit

βάση δεδομένο (vási dedoménof (plural βάσεις δεδομένων)

  1. database

DeclensionEdit

see: βάση (vási) and δεδομένο (dedoméno)

Further readingEdit