διακοπτόμενη συνουσία

GreekEdit

EtymologyEdit

διακοπτόμενη ‎(diakoptómeni, interrupted) + συνουσία ‎(synousía, sexual intercourse)

NounEdit

διακοπτόμενη συνουσία ‎(diakoptómeni synousíaf

  1. coitus interruptus
Read in another language