ισόπλευρο τρίγωνο

GreekEdit

NounEdit

ισόπλευρο τρίγωνο (isóplevro trígonon (plural ισόπλευρα τρίγωνα)

  1. (geometry) equilateral triangle

DeclensionEdit

see: ισόπλευρος (isóplevros) and τρίγωνο (trígono)