μυία

See also: μυῖα and Μυία

Pontic GreekEdit

Alternative formsEdit

EtymologyEdit

Inherited from Ancient Greek μυῖα (muîa).

NounEdit

μυία (myíaf (plural μυίας)

  1. fly (the insect)

DescendantsEdit

  • Turkish: miya

ReferencesEdit

  • Παπαδόπουλος, Άνθιμος (2016), “μυία”, in Ιστορικόν λεξικόν της ποντικής διαλέκτου [An historical dictionary of the Pontic dialect] (Παράρτημα περιοδικού «Αρχείον Πόντου»; 3), 2nd edition, Athens: Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, page 603b