συγκριτικός

GreekEdit

AdjectiveEdit

συγκριτικός (sygkritikósm (feminine συγκριτική, neuter συγκριτικό)

  1. (grammar) comparative
    συγκριτικός βαθμός του επιθέτου (the comparative degree of the adjective)

DeclensionEdit

See alsoEdit

NounEdit

συγκριτικός (sygkritikósm (plural συγκριτικοί)

  1. (grammar) comparative
    ο θετικός, ο συγκριτικός και ο υπερθετικός (the positive, the comparative and superlative)

DeclensionEdit