διάρροια
Greek
Noun
διάρροια (diárroia) f, plural διάρροιες
Declension
declension of διάρροια
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | διάρροια | διάρροιες |
| genitive (γενική) | διάρροιας | — |
| accusative (αιτιατική) | διάρροια | διάρροιες |
| vocative (κλητική) | διάρροια | διάρροιες |
Synonyms
- ευκοιλιότητα
- ευκοίλια
- κόψιμο
Derived terms
- λογοδιάρροια
See also
- δυσκοιλιότητα (dyskoiliótita) f (constipation)