κατόρθωμα
Greek
Noun
κατόρθωμα (katórthoma) n, plural κατορθώματα
Declension
declension of κατόρθωμα
| singular (ενικός) | plural (πληθυντικός) | |
|---|---|---|
| nominative (ονομαστική) | κατόρθωμα | κατορθώματα |
| genitive (γενική) | κατορθώματος | κατορθωμάτων |
| accusative (αιτιατική) | κατόρθωμα | κατορθώματα |
| vocative (κλητική) | κατόρθωμα | κατορθώματα |