φαίνομαι

GreekEdit

VerbEdit

φαίνομαι (faínomai)    simple past:  φάνηκα (fánika)

  1. seem, appear
    Ο Γιώργος φαίνεται άρρωστος σήμερα. (George seems ill today.)
  2. appear
    Το πλοίο φαίνεται στον ορίζοντα. (The ship appears on the horizon.)

ConjugationEdit

Last modified on 21 September 2013, at 17:30