Open main menu

Wiktionary β

αναερόβιος

Contents

GreekEdit

AdjectiveEdit

αναερόβιος (anaeróviosm (feminine αναερόβια, neuter αναερόβιο)

  1. anaerobic
    αναερόβια μικροοργανισμοί (anaerobic microorganisms)

DeclensionEdit

AntonymsEdit