Open main menu

Wiktionary β

αναλυτική μηχανή

Contents

GreekEdit

NounEdit

αναλυτική μηχανή (analytikí michaníf (plural αναλυτικές μηχανές)

  1. (computing) analytical engine

DeclensionEdit

see: αναλυτικός (analytikós) and μηχανή (michaní)

Further readingEdit