αξιοπρόσεχτος

GreekEdit

AdjectiveEdit

αξιοπρόσεχτος (axioprósechtosm (feminine αξιοπρόσεχτη, neuter αξιοπρόσεχτο)

  1. Alternative form of αξιοπρόσεκτος (axioprósektos)

DeclensionEdit